Τοποθέτηση για το συνέδριο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας ”Φύλο, Γένος, Αμφιφυλίες”

Πριν λίγες ημέρες στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε το 12ο Συνέδριο της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (ΕΨΕ) με γενικό τίτλο ”Φύλο, Γένος, Αμφιφυλίες”. Ο τίτλος από μόνος του περιείχε προβληματικά στοιχεία γιατί φαίνεται να συνεχίζει την τρομερή σύγχυση που υπάρχει και στις/στους επιστήμονες του κλάδου της ψυχικής υγείας σε σχέση με το σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου. Παρόλα αυτά, μέλη της επιστημονικής ομάδας του Orlando LGBT+ παρακολουθήσαμε το μεγαλύτερο κομμάτι από τις εργασίες του συνεδρίου, θεωρώντας πάντα σημαντικό το άνοιγμα σχετικών ζητημάτων στον δημόσιο, επιστημονικό διάλογο.
Δυστυχώς, το γενικό κλίμα του συνεδρίου ήταν κακοποιητικό με αρκετά εντελώς αναχρονιστικά στοιχεία στους βασικούς του άξονες. Ενώ το ψυχαναλυτικό ρεύμα, σε άλλες χώρες της Ευρώπης αλλά και της Αμερικής ακολουθεί τις σύγχρονες εξελίξεις στα εν λόγω ζητήματα, όντας ταυτόχρονα πλήρως ενημερωμένο για όλα τα πρόσφατα αποπαθολογιοποιητικά επιστημονικά δεδομένα, η ψυχαναλυτική πρακτική στην Ελλάδα διατηρεί εξαιρετικά χαμηλά αντανακλαστικά στην (ακόμα και χωρίς πρόθεση ή λόγω άγνοιας) ομοφοβία, αμφιφοβία και τρανσφοβία που συντηρεί στους κόλπους της. Η αποπαθολογιοποιητική προσέγγιση ζητημάτων σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου που ακολουθείται σε άλλες χώρες αποτελεί απόδειξη πως η θεωρητική βάση της ψυχανάλυσης δεν είναι εκ προοιμίου και στο σύνολό της προβληματική για την επεξεργασία αντίστοιχων θεμάτων – όπως άλλωστε και καμία άλλη προσέγγιση. Για αυτό και ως Orlando LGBT+ καλωσορίζουμε –και κάποιες-οι από εμάς εφαρμόζουμε- όλες τις σύγχρονες προσεγγίσεις της ψυχανάλυσης που καλλιεργούν μία ατμόσφαιρα συμπερίληψης, αναγνώρισης, ενσυναίσθησης και ασφάλειας. Όπως συμβαίνει άλλωστε πάντα με κάθε θεωρητική ή/και επιστημονική προσέγγιση, η ερμηνεία και οι αρχές στις οποίες βασίζεται κατά την εφαρμογή της, είναι η γέφυρα που ενώνει τη θεωρία με την κλινική πράξη.
Σε σχέση με το συνέδριο της ΕΨΕ: σύγχυση της ταυτότητας με την έκφραση φύλου αλλά και το σεξουαλικό προσανατολισμό, παθολογική αντιμετώπιση της τρανς κατάστασης (με την έννοια της αμφισβήτησης του αυτοπροσδιορισμού αλλά και της απόπειρας ερμηνειών της ως κάτι έξω από το φυσιολογικό και το αναμενόμενο), αμηχανία και φοβικότητα απέναντι σε ό,τι θεωρείται «διαφορετικό», είναι μόνο κάποια από τα στοιχεία που καταγράψαμε κατά τη διάρκεια διαφορετικών ομιλιών αλλά και των παρεμβάσεων από μέλη της επιστημονικής επιτροπής του συνεδρίου κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
Φωτεινή εξαίρεση η ομιλία της Δρ. Αυγής Σακετοπούλου για τα κανονιστικά και μη κανονιστικά φύλα και οι διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις που παρουσίασε για να καταστήσει σαφή τη σημασία του κοινωνικού περιβάλλοντος (από τους γονείς μέχρι το ευρύτερο πλαίσιο) στην αποδοχή (ή μη) όλων των ταυτοτήτων φύλου, καθώς και στη θεώρηση του τι εντάσσεται ή όχι στη νόρμα.
Θετική η συμβολή και της Δρ. Δέσποινας Ναζίρη, η οποία μίλησε για την ομόφυλη γονεϊκότητα με όρους αποδοχής, σεβασμού και αποπαθολογιοποίησης, ενώ ταυτόχρονα ήταν η μόνη από τις ομιλήτριες και τους ομιλητές που παραδέχθηκε ότι τα κατάλοιπα της τρανσφοβίας κάθε θεραπευτή-ριας (και βέβαια της ίδιας) θέτουν τα όρια για το μέχρι ποιο σημείο μπορεί να είναι βοηθητικός-ή και από ποιο σημείο και μετά μπορεί να γίνει επιβλαβής για το θεραπευόμενο άτομο, οπότε και πρέπει να το παραπέμπψει. Μία γενναία αναγνώριση προσωπικής τρανσφοβίας και πεπερασμένων δυνατοτήτων που θα ήταν βοηθητικό να ακολουθούσαν και άλλες-οι συνάδελφοι. Τις εργασίες του συνεδρίου παρακολούθησαν και τρανς άτομα, αρκετά εκ των οποίων ενεργά μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας της Ελλάδας, τα οποία βέβαια βίωσαν άμεσα όλες τις συνέπειες του κακοποιητικού επιστημονικού λόγου στον οποίο εκτέθηκαν αναγκαστικά.
Θετική εξαίρεση επίσης αποτέλεσε το εργαστήριο με την Πάρβη Παλμου και τη συζήτηση για την υποστήριξη και ψυχοθεραπεία τρανς ατόμων, ένα συμπεριληπτικό και πλήρως αποπαθολογιοποιητικό workshop με αναφορά σε καλές πρακτικές.
Καταλήγοντας, αναγνωρίζουμε ότι τα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας καταλαμβάνουν (δικαίως) όλο και περισσότερο χώρο στο δημόσιο –και επιστημονικό- διάλογο, κάτι καταρχήν θετικό.
Παρ’ όλα αυτά, καταδικάζουμε κάθε απόπειρα επιστημονικής προσέγγισης των παραπάνω ζητημάτων που δε χαρακτηρίζεται από ενσυναίσθηση, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και διάθεση ανοίγματος προς τα τυφλά σημεία που μπορεί να φέρει κάθε επιστήμονας και κάθε άνθρωπος.
Γνωρίζουμε ότι η αλλαγή είναι πολλές φορές αργή και προσκαλούμε κάθε συνάδελφο να εργάζεται με τις παραπάνω αρχές, τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα, αμφισβητώντας το αίσθημα αυθεντίας που πολλές φορές συνοδεύει τις ιδιότητές μας.